Τυροκόμος

Αύξηση τιμών παραγωγού στο γάλα δεν συνεπάγεται κέρδος για τον κτηνοτρόφο

του Κώστα Καραντίνη*

Η συζήτηση για τον πληθωρισµό τροφίµων συνήθως πολώνεται σε δύο θέσεις που δεν είναι απαραίτητα αντικρουόµενες και µπορούν κάλλιστα να υφίστανται ταυτόχρονα. Πρώτον, ότι ο πληθωρισµός των τροφίµων είναι εισαγόµενος και οφείλεται στις παγκόσµιες αυξήσεις του κόστους παραγωγής, πρώτων υλών, ενέργειας κλπ. ∆εύτερον ότι οφείλεται στην ολιγοπωλιακή διάρθρωση της αγοράς – κυρίως της λιανικής δηλαδή των αλυσίδων σούπερ µάρκετ (ΣΜ).

Πρόσφατα, η Επιτροπή Ανταγωνισµού (ΕΑ) δηµοσίευσε µία σειρά από «Χαρτογραφήσεις» των συνθηκών ανταγωνισµού στις αγορές «για να εµβαθύνει την έρευνα της ΕΑ». Οι χαρτογραφήσεις των αγορών αποτελούν µιά πρώτη προσέγγιση και περιγραφική αποτύπωση της κατάστασης στς συγκεκριµένες αγορές, προκειµένου να ακολουθήσει περαιτέρω ανάλυση και συστάσεις πολιτικής. Μετά τις χαρτογραφήσεις δηλαδή, ακολουθεί η «εµβάθυνση». Μια χαρτογράφηση ενώ καταγράφει µερίδια αγοράς, τιµές, κόστη, κλπ, δεν µπορεί από µόνη της να προβεί σε συµπεράσµατα για ολιγοπωλιακές συµπεριφορές, ή για καταστρατήγηση αγοραίας δύναµης εκ µέρους µιάς επιχείρησης ή εκ µέρους µιάς συγκροτηµένης οµάδας επιχειρήσεων «καρτέλ». Γιά τέτοιου είδους συµπεράσµατα απαιτείται διεξοδικότερη ανάλυση, αφού τα αποτελέσµατά της έχουν συχνά και νοµικές επιπτώσεις, πρόστιµα και διοικητικές κυρώσεις.

Η «Χαρτογράφηση των συνθηκών ανταγωνισµού στο Φρέσκο Αγελαδινό γάλα» από την ΕΑ (∆εκέµβριος 2025) αποτελεί µιά τέτοια πρώτη προσέγγιση της συγκεκριµένης αγοράς, χωρίς – πολύ σωστά – οι συγγραφείς της έκθεσης να προχωρούν σε συµπεράσµατα για µη – ανταγωνιστικές συµπεριφορές ή καρτέλ. Παρ’ όλα αυτά κάποιοι έσπευσαν να βρούν «τη µεγάλη αλήθεια» που καταρίπτει «το αφήγηµα των καρτέλ» και ότι βγαίνουν τελικά «Κερδισµένοι οι κτηνοτρόφοι».

Η χαρτογράφηση για το γάλα από την ΕΑ παρουσιάζει µιά σειρά από ενδιαφέροντα δευτερογενή (EUROSTAT; ΕΛΣΤΑΤ, ΕΛΓΟ ∆ήµητρα) αλλά και πρωτογενή στοιχεία (ερωτηµατολόγια). Η χαρτογράφηση δείχνει ότι η µέση τιµή γάλακτος διαµορφώθηκε το πρώτο εξάµηνο του 2023 στα 1,57 ευρώ το λίτρο από τα 1,39 ευρώ το αντίστοιχο του 2022. Η συµµετοχή του παραγωγού στην τιµή ανέβηκε από τα 0,47  ευρώ το λίτρο στα 0,53 ευρώ και των ΣΜ από 0,25 ευρώ το λίτρο στα 0,24 ευρώ. Αντίστοιχα η µέση τιµή το 2020 ήταν 1,34 ευρώ το λίτρο, στα οποία αντιστοιχούσαν 0,39 ευρώ το λίτρο για τον παραγωγό και 0,25 ευρώ για το ΣΜ. Έχουµε δηλαδή µιά σηµαντική αύξηση στην τιµή παραγωγού µεταξύ 2020 – 2023 κατά +0,14 ευρώ ενώ το µερίδιο των ΣΜ παραµένει σταθερό ή µειώνεται ελλάχιστα κατά 1 λεπτό.

Τα αποτελέσµατα φαίνονται πιό δραµατικά µε την αναγωγή των στοιχείων αυτών σε ποσοστά (∆ιάγραµµα 2). Το 2020 η συµµετοχή του παραγωγού στην τιµή ήταν 28,8% και ανέβηκε στο 33,9% (αύξηση +5,1%), ενώ για τα ΣΜ υπήρξε µείωση από το 18,8% σε 15,1% (-3,7%). Τα ποσοστά αυτά φυσικά είναι λόγω της αλλαγής της βάσης υπολογισµού αφού η τελική τιµή γάλακτος ανέβηκε από 1,34 ευρώ το λίτρο σε 1,57 ευρώ και ενώ το µερίδιο παραγωγού ανέβηκε σε απόλυτη τιµή, το µερίδιο ΣΜ παρέµεινε στα ίδια επίπεδα άρα το ποσοστό του µειώθηκε. Από αυτό εύκολα αντλεί ο βιαστικός σχολιαστής το συµπέρασµα ότι «τα ΣΜ θυσίασαν µέρος των περιθωρίων κέρδους τους» ενώ «Οι κτηνοτρόφοι κατέγραψαν σηµαντικά κέρδη». Πόσο αληθεύει αυτό και κυρίως: πόσο χρήσιµο είναι ένα τέτιο συµπέρασµα;

Οι συντάκτες της χαρτογράφησης της ΕΑ είναι πολύ πιό προσεκτικοί: «Η αυξηµένη συµµετοχή ποσοστού του παραγωγού στην διαµόρφωση της τελικής τιµής του φρέσκου αγελαδινού γάλακτος µεταξύ 2020 και πρώτου εξαµήνου 2023 εξηγείται τουλάχιστον εν µέρει από την σηµαντική αύξηση του κόστους παραγωγής, πρωτίστως του κόστους ζωοτροφών και κτηνιατρικών φαρµάκων και δευτερευόντως από την αύξηση της ενέργειας και του εργατικού κόστους».

Τα πιό πρόσφατα στοιχεία EUROSTAT ενισχύουν αυτή την άποψη (∆ιάγραµµα 3). Οι δείκτες τιµών γάλακτος παραγωγού και λιανικής για την περίοδο που καλύπτει η Χαρτογράφηση της ΕΑ (2020- αρχές του 2023) αυξάνονται σηµαντικά κατά 61,7%. Μετά από µία πτώση στα τέλη 2023, αυξανονται πάλι µε κορύφωση τον Απρίλιο 2024 (δείκτης 109,2). Ακολούθως µειώνονται µε κάποιες αυξοµειώσεις και πέφτουν συστηµατικά καθ’ όλη σχεδόν τη διάρκεια του 2025. Οι τιµές λιανικής αντίθετα δείχνουν µιά ανοδική τάση καθ’ όλη σχεδόν τη διάρκεια του 2025. Αυτό αυξάνει την ψαλίδα µεταξύ τιµών παραγωγού-καταναλωτή κάτι που φαίνεται εντονότερα στην Ελλάδα από τον µέσο όρο της ΕΕ-27. Άρα σύµφωνα µε τα πιό πρόσφτα στοιχεία δεν φαίνεται να «βγαίνουν κερδισµένοι οι κτηνοτρόφοι».

Αύξηση των τιμών παραγωγού δεν σημαίνει κερδισμένος κτηνοτρόφος

Να τονιστεί, βέβαια, ότι ακόμη και την περίοδο (2021–2023) έντονων αυξήσεων των τιμών παραγωγού, αυτές από μόνες τους δεν σημαίνουν απαραίτητα ότι «βγαίνουν κερδισμένοι οι κτηνοτρόφοι». Όταν αυξάνονται οι τιμές παραγωγού, αυτό συμβαίνει σχεδόν αποκλειστικά λόγω της αύξησης του κόστους, ειδικά των ζωοτροφών, και από πουθενά δεν προκύπτει ότι αυτές οι αυξήσεις τιμών ήταν «κερδοφόρες» για τους κτηνοτρόφους.

Το μερίδιο των βιομηχανικών ζωοτροφών στη συνολική ζωική παραγωγή στην Ελλάδα ξεπέρασε το 90% το 2023 και ήταν 84,4% το 2025 (Διάγραμμα 4). Το κόστος των ζωοτροφών είναι δυσανάλογα υψηλό στην Ελλάδα σε σχέση με τις υπόλοιπες χώρες της ΕΕ, καθώς ο μέσος όρος της ΕΕ-27 δεν ξεπερνούσε το 30,2%.

Η ΕΑ σε σχετική χαρτογράφηση των συνθηκών ανταγωνισµού στον κλάδο ζωοτροφών, διαπιστώνει τη διαφορά (spread) µεταξύ τιµών αγοράς-πώλησης ζωοτροφών να αυξάνεται και τονίζει χαρακτηριστικά «το αυξανόµενο spread κάθε προϊόντος δεν φαίνεται να είναι αποτέλεσµα των τιµών ενέργειας». Αναρωτιέται λοιπόν εύλογα κανείς µήπως η δυσανάλογη αυτή αύξηση των τιµών ζωοτροφών ωφείλεται σε µή-ανταγωνιστική συµπεριφορά των επιχειρήσεων του κλάδου – χωρίς όµως η σχετική χαρτογράφηση να καταλογίζει κάτι τέτοιο. Γι’ αυτό θα χρειαστεί συστηµατικότερη έρευνα την οποία ελπίζουµε να δούµε σύντοµα.

Τα στοιχεία που παραθέτουµε και τα συµπεράσµατα των σχετικών µελετών δεν µπορούν ούτε να αποδείξουν την ύπαρξη καρτέλ στην αγορά γάλακτος – ούτε όµως και να «γκρεµίσουν» τη σχετική υπόθεση εργασίας. Αυτό που καταδεικνύεται είναι ότι, πρώτον, υπάρχει το τελευταίο διάστηµα (2025 και εντεύθεν) µιά συνεχής διεύρυνση της ψαλίδας τιµών παραγωγού-λιανικής. ∆εύτερον, ότι οι όποιες αυξήσεις στις τιµές παραγωγού ωφείλονται ως επί το πλείστον σε αυξήσεις του κόστους ζωοτροφών. Τρίτον, σε καµιά περίπτωση δεν φαίνεται αύξηση της κερδοφορίας των κτηνοτρόφων αλλά µάλλον το αντίθετο. Τέταρτον, η υπόθεση εργασίας ότι οι αγορές γάλακτος και ζωοτροφών δεν είναι ανταγωνιστικές δεν µπορεί σύµφωνα µε τα υπάρχοντα στοιχεία να «γκρεµιστεί» ούτε βέβαια και να αποδειχθεί αφού η σχετική έρευνα δεν έχει διεξαχθεί µέχρι την στιγµή που γράφονται αυτές οι γραµµές.

Τα ζητήµατα πολιτικής και στρατηγικής της ελληνικής κτηνοτροφίας παραµένουν ανοικτά ενώ οι αντίστοιχες αγορές κάνουν αυτό που ξέρουν καλύτερα: να αποροφούν τους κραδασµούς και να διανέµουν την αξία και τα κόστη. Οι κερδισµένοι και οι χαµένοι στην πορεία αυτοί είναι σχεδόν πάντα οι καταναλωτές,ιά προτίµηση να ανεβαίνουν και να παραµένουν ψηλά ενώ όταν πέφτουν – πέφτουν µε αργότερους ρυθµούς και υστέρηση ενώ οι τιµές παραγωγού, και µεταποίησης µειώνονται. Η αντίστοιχη κερδοφορία της πρωτογενούς παραγωγής παραµένει το µέγιστο ζητούµενο. Αυτή εξαρτάται αφ’ ενός από τα µεγέθη, και την παραγωγικότητα της πρωτογενούς παραγωγής που είναι κατά γενικά οµολογία χαµηλά.

Αφτέρου η κερδοφορία της πρωτογενούς παραγωγής εξαρτάται από την διάρθρωση των ανάντι και κατάντι αγορών – δηλαδή των ζωοτροφών από την µιά και της µεταποίησης, διανοµής και λιανεµπορίου από την άλλη. Κυρίως εξαρτάται από την δυνατότητά που έχουν οι αγορές αυτές να αποροφούν και να αυξάνουν το µερίδιό τους στην τελική αξία του προϊόντος, συχνά εις βάρος των κτηνοτρόφων και τελικά εις βάρος και των καταναλωτών.

*Πανεπιστήµιο Γεωπονικών Επιστηµών της Σουηδίας (SLU)