«Συγκοινωνούντα δοχεία» είναι η κτηνοτροφία και η τυροκομία για τον Μιχάλη Βογιατζή, ο οποίος τονίζει ότι, αν σπάσει το ένα, θα έχει πρόβλημα και το άλλο, ενώ προτρέπει τους κτηνοτρόφους να μεγαλώσουν τα κοπάδια τους, γιατί «με 50 και 100 πρόβατα, δεν μπορείς να ζήσεις οικογένεια». Με τη συνέντευξή του στον «Τυροκόμο» ο κ. Βογιατζής ανασύρει από τη μνήμη του τις πρώτες αναμνήσεις που τον συνδέουν με την τυροκομία, τις πολύτιμες συμβουλές που του έδωσε ο πατέρας του Βαγγέλης και παράλληλα ξεδιπλώνει τις σκέψεις του για το παρόν και το μέλλον του οικογενειακού τυροκομείου αλλά και του κλάδου.
Ο πατέρας σας, Βαγγέλης, ίδρυσε το τυροκομείο μετά από χρόνια σκληρής δουλειάς σε διάφορες περιοχές της Μακεδονίας;
Θυμάμαι η ζωή μας ολόκληρη, από μικρά παιδιά, να έχει να κάνει μόνο με γάλα. Γάλα, γάλα και πάλι γάλα. Όλα τα Πάσχα τα περάσαμε στα τυροκομεία, πιτσιρικάδες να παίζουμε στις αυλές, να ανακατευόμαστε στα πόδια του προσωπικού, γιατί αυτή η περίοδος έχει πολύ γάλα. Είμαστε τρία αγόρια και δεν νομίζω ότι πέρασε από το μυαλό μας να κάνουμε κάτι άλλο. Νομίζω ήταν δεδομένο ότι θα ασχοληθούμε με αυτό που έκανε ο μπαμπάς μας, ο οποίος ήταν μια ισχυρή προσωπικότητα, ένας πολύ καλός άνθρωπος. Αυτό που θυμάμαι είναι ότι μου φαινότανε βουνό όλο αυτό και με απασχολούσε αν θα τα καταφέρω όταν έρθει η στιγμή να αναλάβω. Τελικά, απ’ ό,τι έδειξε η ιστορία, τα καταφέραμε μάλλον και κάναμε και δύο βήματα παραπάνω.
Ποιο ήταν το πρώτο «μάθημα» που σας έδωσε; Ήταν μια τεχνική συμβουλή για το τυρί ή μια στάση ζωής απέναντι στη δουλειά;
Το πρώτο μάθημα που μας έδωσε ήτανε ότι το Σάββατο θα πληρώνουμε το προσωπικό. Τον θυμάμαι να μου λέει, Μιχάλη θα πληρώνεις το προσωπικό πριν πάρεις χρήματα για σένα, γιατί το προσωπικό είναι που σου βγάζει τη δουλειά και το προσωπικό, για να σε σέβεται, θα πρέπει να είναι πάντα πληρωμένο.
Το 2002 αναλάβατε μαζί με τα αδέλφια σας επίσημα τα ηνία της οικογενειακής επιχείρησης.
Όπως ανέφερα, είμαστε τρία αδέρφια και ο καθένας ανέλαβε και από ένα κομμάτι από την επιχειρησιακή δραστηριότητα του τυροκομείου μας. Εγώ, ως ο μεγαλύτερος, χωρίς να έχω σπουδάσει κάτι ιδιαίτερο, πέρα από κάποια σεμινάρια πάνω στο πώς λειτουργεί ένα τυροκομείο, ανέλαβα τις πωλήσεις. Ο Βασίλης, ο οποίος σπούδασε Οικονομικά στο Αριστοτέλειο, ανέλαβε όλη την οικονομική διαχείριση και ο μικρός μας αδερφός, Παναγιώτης, ο οποίος σπούδασε Τυροκομία και στα Γιάννενα στη Γαλακτοκομική Σχολή και στο Μιλάνο, ανέλαβε την τυροκόμηση ως διευθυντής παραγωγής της μονάδας, αλλά λίγο – πολύ όλοι τα κάνουμε όλα αν χρειαστεί.
Συνεργάζεστε με 100 κτηνοτρόφους της περιοχής. Πέρα από την επιχειρηματική σχέση, αισθάνεστε ότι η δουλειά σας βοηθά να παραμείνει ζωντανός ο κοινωνικός ιστός των χωριών του Λαγκαδά;
Μπορεί φέτος να μην είναι 100, να είναι 80, οι κτηνοτρόφοι με τους οποίους συνεργαζόμαστε, γιατί, γενικώς, η κατάσταση τα τελευταία χρόνια στην τυροκομία, στη Μακεδονία και σε όλη την Ελλάδα, είναι λίγο περίεργη. Η περιοχή του Λαγκαδά πάντως είναι συνδεδεμένη με την τυροκομική δραστηριότητα και από τους συνεργάτες μου, το 90% είναι άνθρωποι που θέλουν να συνεχίσουν αυτό που κάνουνε. Είναι η συνέχεια των πατεράδων τους και το εισόδημά τους. Υπό αυτή την έννοια, ναι, η ευθύνη μας βαραίνει ως τυροκομική επιχείρηση, να βοηθήσουμε να συνεχιστεί η παράδοση.
Πώς διαπραγματεύεστε την τιμή του γάλακτος όταν τα έξοδα του κτηνοτρόφου εκτοξεύονται, αλλά και η δική σας επιχείρηση πιέζεται;
Η τιμή του γάλακτος έχει να κάνει με τη ζήτηση. Αν υπάρχει ζήτηση στην αγορά και υπάρχει έλλειψη σε τελικό προϊόν π.χ. Φέτα ΠΟΠ, θα ανέβει και η τιμή του γάλακτος. Αν ανέβουνε οι ζωοτροφές, από την άλλη θα ανέβει και η τιμή γάλακτος. Αν το γάλα λιγοστεύσει, γιατί υπάρχουν ασθένειες όπως υπάρχουν τώρα, θα ανέβει και η τιμή γάλακτος.
Πώς χτίζεται μια συμφωνία που επιτρέπει και στους δύο να επιβιώσουν, αλλά και να πάρει και ο καταναλωτής προϊόν σε προσιτή τιμή;
Πρέπει να βρίσκουμε τη χρυσή τομή. Δηλαδή μία τιμή, η οποία θα επιτρέπει στους κτηνοτρόφους να ζουν αξιοπρεπώς, να είναι σε θέση να αγοράσουν την πρώτη ύλη, δηλαδή τις ζωοτροφές, και να τους μένει και κάτι. Και από την άλλη πλευρά και εμείς να μπορούμε να είμαστε ανταγωνιστικοί στις μεγάλες αλυσίδες, γιατί είμαστε μία μικρή οικογενειακή επιχείρηση και πρέπει να επιβιώσουμε. Όσον αφορά στον καταναλωτή, φοβάμαι ότι Φέτα ΠΟΠ δεν θα ξαναγίνει φθηνή στα ράφια. Το πρόβειο γάλα από 1,0 ευρώ το κιλό που έκανε πριν λίγα χρόνια, τώρα μας στοιχίζει μεταξύ 1,50 ευρώ και 1,60 ευρώ το κιλό. Αν συνυπολογίσεις και το κέρδος του τυροκόμου, του χονδρέμπορα και του λιανεμπορίου, έχεις την απάντηση γιατί η Φέτα ΠΟΠ θα μείνει σε ακριβά επίπεδα.
Επιλέξατε να δραστηριοποιηθείτε αποκλειστικά στα λευκά τυριά. Πόσο δύσκολη οικονομικά ήταν αυτή η απόφαση σε μια αγορά που συχνά ζητάει μεγάλη ποικιλία προϊόντων;
Συνειδητά το κάναμε αυτό. Η αλήθεια είναι ότι αγαπάμε πάρα πολύ τη Φέτα ΠΟΠ όπως τη λέω εγώ. Αν γινόταν να βγάζω μόνο Φέτα ΠΟΠ, αυτό θα έκανα. Για κάποιους όμως για τους οποίους είναι ακριβή και για το κομμάτι της HORECA, που ίσως δεν μπορεί να την πληρώσει, έχουμε μια δεύτερη λύση. Βγάζουμε ένα πάρα πολύ ωραίο αγελαδινό τυρί με κατσικίσια κρέμα. Και επειδή η περιοχή της Μακεδονίας αγαπάει πάρα πολύ και τα κατσικίσια τυριά, δεν γινόταν να μην έχουμε στην γκάμα μας.
Πώς διαρθρώνεται η παραγωγή σας;
Η Φέτα ΠΟΠ μπορούμε να πούμε ότι καλύπτει ένα 60% της παραγωγής μας, το 30% είναι το αγελαδινό λευκό τυρί και ένα 10% είναι τα υπόλοιπα προϊόντα, τα κατσικίσια τυριά μας, αλλά και το παραδοσιακό Τσαντιλάκι που βγάλαμε, όπως και η Μυζήθρα μας.
Σχεδιάζετε να πειραματιστείτε με νέα προϊόντα;
Η αλήθεια είναι ότι θα θέλαμε να βγάλουμε ένα Μανούρι. Πολλές φορές το έχουμε πει, απλώς επειδή θέλει συγκεκριμένη γραμμή παραγωγής και διαφορετικούς χώρους, από αυτούς που έχουμε, το σκεφτόμαστε. Δεν νομίζω, όμως, ότι θα πειραματιστούμε με άλλα προϊόντα, πέρα από το Μανούρι.
Πού διατίθεται η παραγωγή της επιχείρησης;
Δραστηριοποιούμαστε εδώ και χρόνια στο κομμάτι του HORECA. Έχουμε σταθερούς πελάτες και κάποιοι από αυτούς είναι από την περίοδο ακόμη που ήταν στο τιμόνι ο πατέρας μου. Έχουμε συνεργάτες σχεδόν σε όλα τα νησιά, επίσης ένα δίκτυο στη Θράκη, στη Λάρισα και 2- 3 πολύ δυνατούς χοντρεμπόρους στην Αθήνα, ενώ διατηρούμε και μια συνεργασία με την αλυσίδα Μασούτη. Επιπλέον, διαθέτουμε δύο αυτοκίνητα που βγαίνουνε στο νομό Θεσσαλονίκης και πουλάνε τα τυριά σε λαϊκές αγορές, σε εστιατόρια, σε μπακάλικα και έχουμε και 3 – 4 επιλεγμένους μικρούς χοντρεμπόρους στη Γερμανία, στο Ηνωμένο Βασίλειο, στην Πολωνία.
Τι σημαίνει για εσάς προσωπικά να βλέπετε το «Τσαντιλίσιο Πέτρας» ή τη Φέτα ΠΟΠ να βραβεύονται;
Νιώθουμε μια δικαίωση. Κάνουμε πάρα πολύ αγώνα για τα τυριά μας. Οι παλιοί λέγανε ότι όσο άσπρο είναι το γάλα, τόσο μαυρίλα κρύβει από πίσω. Γίνεται πολύ μεγάλος αγώνας για να τα φτιάξουμε. Οπότε όταν βλέπουμε ότι το προϊόν μας τελικά βραβεύεται και παίρνει αυτό που του πρέπει στην αγορά και την επιβράβευση από τον καταναλωτή, μας χαροποιεί ιδιαίτερα.
Τι αισθάνεστε όταν βλέπετε έναν καταναλωτή να δοκιμάζει ένα από τα τυριά σας και να χαμογελά;
Η αλήθεια είναι ότι αυτό το εισπράττουμε εδώ και πάρα πολλά χρόνια από τους ίδιους μας τους φίλους, από τις ίδιες τις οικογένειές μας. Έχουμε έναν κύκλο στο νομό Θεσσαλονίκης κυρίως, οι οποίοι τρώνε τα τυριά μας για πάρα πολλά χρόνια. Έρχονται άνθρωποι διανύοντας 20 χιλιόμετρα κάθε βδομάδα για να αγοράσουν από το τυροκομείο το τυρί της εβδομάδας. Έχουμε ανθρώπους που μας λένε ότι είναι το καλύτερο κατσικίσιο τυρί που έχουν δοκιμάσει. Ε, ναι, και μόνο αυτό είναι επιβράβευση για μας που μας λέει συνεχίστε, είστε στον σωστό δρόμο.
Ο κλάδος της αιγοπροβατοτροφίας δοκιμάζεται σκληρά από την ευλογιά και τώρα βλέπουμε και τον αφθώδη στη Λέσβο. Πώς επηρεάζει έναν τυροκόμο που βασίζεται σε λίγους παραγωγούς η είδηση για θανατώσεις ζώων στην περιοχή του και πώς στέκεστε δίπλα τους;
Η ευλογιά είναι πραγματικά ένα πολύ μεγάλο πρόβλημα. Έχουμε κτηνοτρόφους, οι οποίοι είναι 20 χρόνια συνεργάτες μας. Μπορούμε να πούμε ότι κάποιοι από αυτούς είναι και λίγο οικογένειά μας. Είναι θέμα να νιώθεις ότι στην περιοχή σου υπάρχουν κάποιοι που χάσανε το βιός τους. Για να πω όλη την αλήθεια, βέβαια, μέχρι τώρα στην περιοχή μας δεν αντιμετωπίσαμε τέτοιες καταστάσεις με κτηνοτρόφους, οι οποίοι έδιναν γάλα σε μας και υποχρεώθηκαν σε θανάτωση των ζώων τους. Σε τέτοιες περιπτώσεις το λιγότερο που μπορείς να κάνεις είναι να σταθείς δίπλα. Βέβαια τα περιθώρια δεν είναι μεγάλα, διότι και ο τυροκόμος είναι ευάλωτος σε ένα τέτοιο σενάριο. Σκεφτείτε ότι όλοι μας δίνουμε προκαταβολές. Σε άλλον 10.000 ευρώ, σε άλλον 30.000 ευρώ, σε άλλον 70.000 ευρώ και περιμένουμε να πάρουμε την πρώτη ύλη για να εξοφληθεί σιγά σιγά το ποσό. Αν καταστραφούν ορισμένοι από τους συνεργάτες σου, μπορεί να κλονιστείς και εσύ ο ίδιος, γιατί πώς θα πάρεις πίσω τα χρήματά σου;
Μπορεί να υπάρξει μέλλον για την ελληνική τυροκομία με όλα όσα γίνονται με τις ασθένειες που πλήττουν την κτηνοτροφία;
Σαφώς και είμαστε συγκοινωνούντα δοχεία. Αν καταρρεύσει η τοπική κτηνοτροφία, το πρόβλημα θα είναι μεγάλο και για τα τυροκομεία. Και για τον Έλληνα καταναλωτή όμως γεννάται πρόβλημα. Δεν ξέρω αν μπορεί να πληρώνει 15 ευρώ τη Φέτα ΠΟΠ στο σούπερ μάρκετ. Ήδη βλέπω εγώ τι συμβαίνει από την αύξηση που έχω στις πωλήσεις στο αγελαδινό τυρί, το οποίο είναι κοντά στα 3 ευρώ το κιλό πιο φθηνό από τη Φέτα ΠΟΠ.
Σε περιόδους έλλειψης γάλακτος, πόσο εύκολο είναι να παραμείνει κανείς πιστός στους σταθερούς του συνεργάτες και να μην αναζητήσει «εύκολες» λύσεις αμφιβόλου ποιότητας;
Αυτή η ερώτηση ουσιαστικά για μένα δεν υπάρχει. Έχουμε αποφασίσει εδώ και πολλά χρόνια ότι θα βγάζουμε προϊόντα ΠΟΠ. Αυτό προϋποθέτει μια σειρά από υποχρεώσεις και δεσμεύσεις. Για εμάς δεν πέρασε ποτέ από το μυαλό μας να κάνουμε κάτι άλλο και γι’ αυτό έχουμε κρατήσει την ποιότητά μας.
Πέρα από τις ασθένειες, ποιες είναι οι «αόρατες» δυσκολίες που αντιμετωπίζετε σήμερα σε σύγκριση με την εποχή που ξεκίνησε ο πατέρας σας το 1981;
Ένα μεγάλο πρόβλημα που έχουνε τα τυροκομεία και γενικώς όλες οι βιοτεχνίες και οι βιομηχανίες αυτού του είδους σήμερα είναι η έλλειψη εργατικών χεριών. Δεν βρίσκουμε τα εργατικά χέρια που θέλουμε και δεν έχει να κάνει μόνο με το αν πληρώνουμε καλά. Θεωρώ ότι σχετίζεται και με τη δυσκολία που έχει η εργασία του τυροκόμου. Πολύ σημαντική είναι η επιβάρυνση, επίσης, και από τον τομέα της ενέργειας. Όσον αφορά τώρα στον πατέρα μας, εκείνος ξεκίνησε με τελείως διαφορετικές συνθήκες. Για να καταλάβετε, τη δεκαετία του 1980 ο κλάδος είχε καλά λεφτά. Θυμάμαι οι πελάτες έδιναν προκαταβολικά χρήματα στον πατέρα μου για να τους παράξει τυρί. Αυτό είναι αδιανόητο σήμερα.
Από το 1981 μέχρι σήμερα, το τυροκομείο έχει μεγαλώσει σημαντικά. Τι επενδύσεις έχουν γίνει μέχρι τώρα;
Το 2015 μπήκαμε σε ένα Leader πρόγραμμα, φτιάξαμε τη γραμμή παραγωγής μας, μπήκαν ψυγεία, δημιουργήσαμε ένα συσκευαστήριο, βάλαμε σε όλο το τυροκομείο ανοξείδωτα πάνελ και εδώ θέλω να τονίσω πως σε όλη την Ελλάδα υπάρχουν πολύ λίγα τυροκομεία με ανοξείδωτο πάνελ, του οποίου η τιμή είναι τρεις φορές πιο ακριβή από το κανονικό. Το 2019 επίσης μπήκαμε σε άλλο πρόγραμμα Leader, το οποίο ολοκληρώσαμε πριν από δύο χρόνια, αλλά ακόμη δεν έχουμε λάβει την επιχορήγηση. Εκτίμησή μου είναι πως λόγω του σκανδάλου του ΟΠΕΚΕΠΕ, ξεψαχνίζουν ό,τι έχει να κάνει με επιχορηγήσεις και καλά κάνουν, αλλά εγώ τα έχω δώσει εδώ και χρόνια τα χρήματα. Θεωρητικά έπρεπε να πάρουμε την επιδότηση το αργότερο μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2025, μιλάμε για πάνω από 200.000 ευρώ. Και αυτή τη στιγμή ζοριζόμαστε οικονομικά γιατί λείπουν από το κεφάλαιο της εταιρείας αυτά τα χρήματα.
Ο σχεδιασμός για την επόμενη μέρα τι προβλέπει;
Ετοιμάζουμε μία αυτόματη γραμμή παραγωγής, διότι ο τρόπος με τον οποίο λειτουργεί σήμερα το τυροκομείο δεν είναι αυτοματοποιημένος εντελώς. Είναι μια επένδυση της τάξης των 400.000 ευρώ, που θέλουμε να ολοκληρώσουμε την επόμενη χρονιά. Στην επόμενη γαλακτική περίοδο που ξεκινάει με το νέο έτος, το 2027, θα θέλαμε να είναι έτοιμη η γραμμή να δουλέψουμε σε αυτή. Για να κάνουμε την επένδυση αυτή θα προσπαθήσουμε να αξιοποιήσουμε κάποιο διαθέσιμο πρόγραμμα, μέσω ΕΣΠΑ.
Πώς καταφέρατε να ξεπεράσετε τις δυσκολίες και να διατηρήσετε την επιχείρησή σας υγιή και οικογενειακή;
Η καθαρή αλήθεια ότι αν ο πατέρας μας, ο Βαγγέλης Βογιατζής, το 2002 που αναλάβαμε, δεν μας παρέδιδε μια εταιρεία με μηδέν ευρώ χρέος, δεν ξέρω αν θα είχαμε τη δύναμη να συνεχίσουμε και να ανταπεξέλθουμε στις δυσκολίες που προέκυψαν. Ένας λόγος που η επιχείρησή μας δεν έχει γίνει πάρα πολύ μεγάλη είναι ότι ποτέ δεν βασιστήκαμε σε κεφάλαιο των τραπεζών. Δεν ξέρω αν ακούγεται καλό ή σωστό αυτό, αλλά ο πατέρας μου μας είχε δώσει μία συμβουλή: Μακριά από δάνεια. Τον ακούσαμε. Ό,τι κάνουμε, το κάνουμε με δικά μας κεφάλαια και γι’ αυτό μεγαλώνουμε κάθε χρόνο από λίγο. Για να καταλάβετε, ως εταιρεία δεν έχουμε καν μπλοκ επιταγών. Δουλεύουμε με τις επιταγές των συνεργατών και των πελάτων μας.
Αν μπορούσατε να μιλήσετε στον έφηβο Μιχάλη που πρωτοξεκινούσε στο τυροκομείο, έχοντας τη σημερινή γνώση των δυσκολιών, τι θα του λέγατε για να του δώσετε κουράγιο;
Θα του έλεγα ότι καλά έκανε και άκουσε τον πατέρα του. Δεν είμαστε άνθρωποι που θέλουμε να ρισκάρουμε, που θέλουμε να κοιμόμαστε και να μην ξέρουμε αν την άλλη μέρα μπορούμε να καλύψουμε κάποια επιταγή. Έτσι όπως κινηθήκαμε μέσα σε αυτά τα 45 χρόνια, τελικά μας βγήκε. Οπότε αυτήν τη συμβουλή θα είχα να του δώσω και ας μας πουν κάποιοι ότι είμαστε συντηρητικοί. Γιατί η συνταγή δούλεψε 100%.
Η ελληνική φέτα και τα παραδοσιακά τυριά είναι μοναδικά στον κόσμο. Πιστεύετε ότι παρά τις δυσκολίες η ποιότητα θα είναι πάντα το «κλειδί» που θα ανοίγει τις πόρτες των διεθνών αγορών;
Η Φέτα ΠΟΠ εγώ προσωπικά πιστεύω ότι δεν έχει δώσει ούτε το 50% από αυτά που μπορεί να δώσει παγκόσμια. Είναι ένα προϊόν μοναδικό, είναι ένα τυρί το οποίο πραγματικά θα μπορούσε να συνδυαστεί με 100 διαφορετικά φαγητά. Όσο σιγά-σιγά θα διαφημίζεται, θα αναπτύσσεται και θα μεγαλώνουν οι παραγωγές, τόσο περισσότερο κέρδος θα έχουμε να πάρουμε και εμείς ως παραγωγοί και ως κράτος. Γιατί νομίζω είναι από τα λίγα ελληνικά προϊόντα που έχουν να δώσουν. Νομίζω πως στην ίδια κατηγορία με τη Φέτα ΠΟΠ είναι ίσως το ούζο, η ελιά, το γιαούρτι, προϊόντα που έχουν κύρος να εκπροσωπήσουν με αξιώσεις στο εξωτερικό την ελληνική αγροδιατροφή και να αποσπάσουν και σημαντικά μερίδια αγοράς.
Θα θέλατε να δείτε τη Φέτα Βογιατζή σε περισσότερες αγορές;
Δεν θέλω να τη δω σε μεγάλα σούπερ μάρκετ, ούτε σε αλυσίδες. Θα ήθελα να τη δω σε καταστήματα delicatessen, θα ήθελα να τη δώσω σε συγκεκριμένα καταστήματα τροφίμων. Θα ήθελα να τη δω ίσως και σε πάγκους λαϊκών που πουλάνε απευθείας στον απλό καταναλωτή. Ένα πρόβλημα που έχει η ελληνική Φέτα είναι ότι για να καλύψει μαζικά αλυσίδες στο εξωτερικό με 1.000 ή 2.000 καταστήματα, τότε μάλλον δεν μπορείς να προσφέρεις την ίδια ποιότητα που προσφέρει ένα τυροκομείο με παραγωγή 10, 20 και 50.000 δοχεία.
Πώς οραματίζεστε το τυροκομείο σε 10 χρόνια; Προτιμάτε να διατηρήσετε το χαρακτήρα της οικογενειακής μονάδας με άμεση επαφή με τον πελάτη;
Δεν είμαστε από τις εταιρείες που θέλουμε να εξελιχτούμε, να γίνουμε μεγάλοι και τρανοί. Δεν κλείνουμε τα μάτια και βλέπουμε ότι έχουμε ένα τεράστιο τυροκομείο με φοβερές εξαγωγές και τέτοια. Θέλουμε να ζήσουμε άνετα τις οικογένειές μας, να είμαστε ειλικρινείς με αυτό που κάνουμε ως δραστηριότητα, με όσους συνεργαζόμαστε και κυρίως να μπορούμε να ανταπεξέλθουμε στις υποχρεώσεις μας. Θέλουμε να ανεβάζουμε βήμα – βήμα την παραγωγή μας. Οπότε ο στόχος μας είναι να ανεβάζουμε την παραγωγή μας ανά 1.000 δοχεία, ανά 2.000 δοχεία, κάθε χρόνο. Μέχρι εκεί, για να το ελέγχουμε. Μια συμβουλή που μας έδωσε ο πατέρας μας και την ακολουθούμε σαν Ευαγγέλιο, είναι να απλωνόμαστε μέχρι εκεί που φτάνει το πάπλωμα.