Το Υπουργείο Γεωργίας των Ηνωμένων Πολιτειών (USDA) ανέφερε αύξηση 2,3% στην παραγωγή γάλακτος σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, η οποία αποδίδεται στην επέκταση του αμερικανικού γαλακτοπαραγωγικού κοπαδιού, το οποίο έφτασε στο ιστορικά υψηλό επίπεδο των 9,665 εκατομμυρίων αγελάδων. Μόνο κατά τους πρώτους πέντε μήνες του 2026, το κοπάδι στις ΗΠΑ αυξήθηκε κατά 99.000 αγελάδες, ενώ η μέση παραγωγή ανά αγελάδα ανήλθε στις 2.128 λίβρες, δηλαδή οκτώ λίβρες περισσότερες από το προηγούμενο έτος.
Η αύξηση της εγχώριας παραγωγής έρχεται σε αντίθεση με την ισχυρή διεθνή ζήτηση. Τον Απρίλιο, οι εξαγωγές γαλακτοκομικών προϊόντων των ΗΠΑ έφτασαν τους 258.049 τόνους, σημειώνοντας αύξηση 17% σε σύγκριση με τον Απρίλιο του 2025. Η άνοδος αυτή οφείλεται κυρίως στις εξαγωγές βουτύρου και τυριού, με τις αποστολές τυριού να καταγράφουν ιστορικό υψηλό στους 64.168 τόνους, αυξημένες κατά 30% σε σχέση με την αντίστοιχη περίοδο του προηγούμενου έτους.
Παρά τις ισχυρές εξαγωγικές επιδόσεις, η αμερικανική αγορά αντιμετωπίζει προκλήσεις όσον αφορά την εξισορρόπηση της αυξανόμενης παραγωγής με τις πιέσεις στις τιμές. Στα τέλη Μαΐου, τα αποθέματα τυριού σε ψυκτικές αποθήκες ανέρχονταν σε 1,423 δισεκατομμύρια λίβρες, μειωμένα κατά 1% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, ενώ τα αποθέματα βουτύρου διαμορφώθηκαν στα 335,601 εκατομμύρια λίβρες, παρουσιάζοντας μείωση 8% σε σχέση με τον Μάιο του προηγούμενου έτους.
Στη Νέα Ζηλανδία, έναν ακόμη σημαντικό παίκτη στο παγκόσμιο εμπόριο γαλακτοκομικών προϊόντων, η συζήτηση επικεντρώνεται στην οικονομική αξία που παραμένει στη χώρα από τις εξαγωγές της. Η γεωργία αντιπροσωπεύει περίπου το 85% των εξαγωγικών εσόδων της Νέας Ζηλανδίας, με τον γαλακτοκομικό τομέα να συνεισφέρει το 30% αυτών των εξαγωγών. Ωστόσο, βρίσκεται σε εξέλιξη μια συζήτηση σχετικά με τη συμβολή του κλάδου στο ΑΕΠ και στα δημόσια έσοδα της χώρας, με βασικό ερώτημα κατά πόσο η αυξημένη παραγωγή μεταφράζεται σε μεγαλύτερη οικονομική αξία για ολόκληρο τον κλάδο.
Η παγκόσμια αγορά γαλακτοκομικών εισέρχεται σε μια νέα φάση, όπου η παραγωγικότητα, το εμπόριο και η δημιουργία οικονομικής αξίας αξιολογούνται υπό διαφορετικό πρίσμα. Παρότι η αυξημένη παραγωγή εξακολουθεί να αποτελεί σημαντικό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα, εκφράζονται ανησυχίες ότι μια πιθανή υπερπροσφορά θα μπορούσε να ασκήσει πιέσεις στην αγορά, εφόσον η ζήτηση δεν συνεχίσει να αυξάνεται με αντίστοιχο ρυθμό.



























